ηθώ

(Α ἠθῶ, -έω και σπάν. τ. ἤθω)
διηθώ, διυλίζω, στραγγίζω, σουρώνω, φιλτράρω
αρχ.
1. παθ. ἠθοῡμαι, -έομαι
στραγγίζομαι, διυλίζομαι, καθαρίζομαι, φιλτράρομαι
2. μτφ. αφήνω κάτι να περάσει, να διέλθει («ἐκ τετρημένης [τὴν ῥῆσιν] ἠθεῑ» — τήν αφήνει να διέλθει, Ηρώνδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Η μαρτυρουμένη μτχ. αόρ. ήσας και το παρ. ηθμός «φίλτρο» επιτρέπουν να υποθέσουμε την ύπαρξη αμάρτυρου παράλληλου ενεστώτος *ήθω (όπως στην περίπτωση τών στερώ-στέρομαι). Αν θεωρήσουμε το -θ- ως στοιχείο τής κατάληξης (όπως στα αλή-θω, πλή-θω, οπότε και η-θμός κατά το ρυ-θμός), το ρ. συνδέεται με τον αρχ. σλαβ. ενεστ. pro-sějo (απρμφ. -sějati) «κοσκινίζω», από τον οποίο προέρχεται και το λιθ. sijoju (απρμφ. sijoti) «κοσκινίζω». Συνδέεται επίσης με το αρχ. ισλ. sāld «κόσκινο» που ανάγεται σε ΙΕ τ. *sē-tlo- «κόσκινο». Σε παράλληλη ΙΕ ρίζα *sei- ανάγονται το ρωσ. sito και το λιθ. sietas «κόσκινο», ενώ στη μηδενισμένη της βαθμίδα *si- θα μπορούσε να αναχθεί το -μαλιά «αφθονία αλεύρων». Ανάλογη δασύτητα εμφανίζεται στο σύνθ. αφ-ηθώ «φιλτράρω».
ΠΑΡ. ήθημα, ήθηση, ηθητήρας, ηθμός
αρχ.
ηθάνιον, ηθητός
ΣΥΝΘ. διηθώ. αρχ. απηθώ, αποδιηθώ, αφηθώ, εισηθώ, εκδιηθώ, ενδιηθώ, εξηθώ, παραδιηθώ, παρηθώ, προδιηθώ, προσδιηθώ, υπηθώ].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ήθω — ἤθω (Α) σπάν. τ. τού ρ. ηθώ* …   Dictionary of Greek

  • ἠθῶ — ἠθέω sift pres subj act 1st sg (attic epic doric) ἠθέω sift pres ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἤθω — ἠθέω sift pres subj act 1st sg ἠθέω sift pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ήθημα — το (Α ἤθημα) [ηθώ] το αποτέλεσμα τού ηθώ, αυτό που έχει υποστεί διύλιση, το διυλισμένο υγρό, το στραγγισμένο υγρό …   Dictionary of Greek

  • ήθηση — η (Α ἤθησις) [ηθώ] η ενέργεια τού ηθώ, αποστράγγιση, διύλιση, στράγγισμα, σούρωμα αρχ. (για πέτρες) 1. καθάρισμα, τρίψιμο, λείανση («ἠθήσιος τῶν λίθων», επιγρ.) 2. κοσκίνισμα, καθαρισμός μεταλλεύματος …   Dictionary of Greek

  • сито — укр. сито, блр. сiто, болг. сито, сербохорв. си̏то, словен. sito, чеш. sito, слвц. sito, польск. sito, н. луж. sуtо. Праслав. *sitо из *sēi to, которое связано с сеять, сею (см.). Ср. лит. sietas мелкое сито , лтш. siêts, лит. sijoti, sijoju… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • απηθώ — ἀπηθῶ ( έω) (Α) διηθώ, διυλίζω, στραγγίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < απ(ο) * + ηθώ ( έω) «στραγγίζω, φιλτράρω»] …   Dictionary of Greek

  • διηθώ — (Α διηθῶ, έω) [ηθώ] περνώ ένα υγρό μέσα από φίλτρο για να απομακρυνθούν όλες οι ξένες ουσίες, διυλίζω, φιλτράρω, στραγγίζω αρχ. 1. πλένω, καθαρίζω 2. σταλάζω …   Dictionary of Greek

  • εξηθώ — ἐηθῶ, έω (Α) [ηθώ] διυλίζω, σουρώνω …   Dictionary of Greek

  • ηθητήρας — ο (Α ἠθητήρ, ῆρος) [ηθώ] το όργανο με το οποίο διηθούμε, διυλίζουμε, ο ηθμός, το στραγγιστήρι, το σουρωτήρι …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.